Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Ο Καφενές: Παίξτε Με Κι Εμένα

    Επιτέλους μια μάστιγα του μπλόγκερ που με εμπνέει. Γράψανε γι' αυτό η Γιώτα, ο Άπι, ο Θωμάς και κόντεψα να ακολουθήσω. Ή ακολούθησα. Oh well. Καλό πρόβατο είμαι του λόγου μου.

   "Ήταν μία το μεσημέρι. Ακριβώς η ώρα αιχμής για τον καφενέ. Κρίμα, σκέφτηκε η Άννα. Είχε βολευτεί στην ησυχία της, διαβάζοντας το βιβλίο της και καπνίζοντας παράλληλα το τσιγάρο της. Οι λιγοστοί πελάτες εκείνης της ώρας είχαν εξυπηρετηθεί κι έπιναν τον καφέ τους, συζητούσαν και γενικά δεν την ενοχλούσαν.
   Είδε τον Αναστάση να μπαίνει. Τον χαιρέτησε, της παρήγγειλε έναν καπουτσίνο κι έκατσε στη μπάρα.
   "Πώς πάνε τα πράγματα;" τον ρώτησε.
    "Όπως τα ξέρεις" της απάντησε. "Ακόμα ψάχνω"
     Έπειτα από κάποια χρόνια εργασίας στον καφενέ, γνώριζε πολύ καλά όλους τους θαμώνες και τις ιστορίες τους, τα ελαττώματά τους, τα βίτσια τους, τις πεποιθήσεις τους, θρησκευτικές και πολιτικές. Ήξερε αν ήταν άνεργοι ή αν δούλευαν. Έτσι, ήξερε ότι ο Αναστάσης περνούσε δύσκολα οικονομικά. Είχε μείνει αρκετό καιρό άνεργος κι οι προτάσεις του ΟΑΕΔ ήταν η μία που εξευτελιστική από την άλλη.
   Σε τέτοια σημεία ένιωθε ευχαριστημένη που τουλάχιστον είχε μια δουλειά. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν αχάριστη. Είχε κι αυτή ένα πτυχίο Φιλολογίας και τελείωνε το μεταπτυχιακό της, τα ιδιαίτερα δεν της έκατσαν φέτος, αλλά χαιρόταν που έπαιρνε αυτά τα χρήματα που έπαιρνε. Αναστέναζε με την κατάσταση αυτή, του Αναστάση, αλλά κι όλων αυτών που δε δούλευαν. Αλλά θαύμαζε το χαμόγελο στα χείλη του, τη διάθεσή του να αστειεύεται, το ότι δεν γκρίνιαζε. Το χε μάθει πια, ότι οι άνθρωποι που γκρινιάζουν ότι δεν έχουν χρήματα είναι αυτοί που τα καταφέρνουν, αλλά δεν το εκτιμάνε ή φοβούνται μήπως ο άλλος τους ζητήσει δανεικά.
  Αργότερα, ήρθε κι ο Άρης από τη δουλειά του, ο φίλος του Αναστάση. Μέσα σε όλα τ' άλλα κοιτούσε την εφημερίδα.
  "Τη γλύτωσε ο Κασιδιάρης για το χαστούκι" είπε κάποια στιγμή.
   "Ελλάδα και δικαιοσύνη δεν πάνε μαζί" είπε η Άννα. "Γνωστό"
    Είχε χάσει τις ελπίδες της. Η άνοδος του Σύριζα κάπως την είχε καθησυχάσει, αλλά ήταν ακόμα νωρίς να κρίνει. Προσπαθούσε να κρατήσει την αντικειμενικότητά της, να μην είναι απαισιόδοξη, να μην προκαταβάλλεται, αλλά δεν τη χαροποιούσε ότι ένας τέτοιος άνθρωπος είχε αθωωθεί.
  "Να πας για Νομική, να διδάξεις δικαιοσύνη" της πρότεινε ο Άρης. "Θα πηγαίνεις στο δικαστήριο και θα τους ρίχνεις όλους με τις ματάρες σου, με το πρόσωπό σου, με τη φωνή σου που στάζει μέλι".
   Δυσανασχέτησε. Της την έπεφταν πολλοί άνδρες στη δουλειά, αλλά οι περισσότεροι το έκαναν με έναν τόσο άκομψο τρόπο, τόσο χοντροκομμένο, που είχε κοντέψει να αποκτήσει ανοσία σε όλα αυτά. Ακόμα κι ελεύθερη να 'ταν, ακόμα και να μην είχε σχέση εδώ και τρία χρόνια, δε θα 'χε την ανάγκη τους.
   "Δε μου άρεσε ποτέ η Νομική" του 'πε τελικά.
    Κάτι στο βλέμμα του Άρη πέθανε. Κάθε φορά είχε την ίδια αντίδραση, έκανε σαν να έτρωγε πρώτη φορά χυλόπιτα. Διόλου τυχαίου που δε στερέωνε με τις γυναίκες - τριάντα πέντε χρονών άνθρωπος κι από φλερτ δεν είχε μάθει, ούτε από ήττες.
    Κοίταξε να δει ποιος ερχόταν. Είδε κάποια παιδιά, φοιτητές πλέον, μια παρέα δυο αγοριών και μιας κοπέλας. Τους σέρβιρε και ταυτόχρονα άκουγε τους διαλόγους τους. Ο ένας έλεγε:
   "Μαλάκες μου, τρελάθηκα! Τέτοια μουνάρα καιρό είχα να δω! Τι ματάρες! Τι πρόσωπο! Τι δυναμισμός! Τη λάτρεψα!"
  "Ανταποκρίνεται;" τον ρώτησε η κοπέλα.
  "Είμαστε μαζί"
   Η κοπέλα - η Αιμιλία , όπως την έλεγαν - είχε απογοητευτεί. Κάτι το σιωπηλό το μαρτυρούσε, να ταν το βλέμμα της. Η Άννα το 'χε υποψιαστεί ότι ήταν ο παιδικός της έρωτας. Την ήξερε τόσα χρόνια, από μικρό κοριτσάκι.
   Αχ, την αγαπούσε την Αιμιλία! Είχαν αυτή την αδελφική σχέση κατανόησης, όπου το μικρό θαύμαζε τη μεγαλύτερη, όπου η μεγαλύτερη είχε όλη τη διάθεση να διδάξει στο μικρό. Ήταν σίγουρη, θα ερχόταν στη μπάρα μετά τη συνάντηση, να της πει τον πόνο της. Δεν έπεσε έξω.
   "Όλα για κάποιο λόγο γίνονται" της είπε.
    Πράγματι, μερικές ημέρες μετά την άκουσε να λέει ότι βγαίνει με έναν εικοσιπεντάχρονο. Ήταν καλό αυτό; Μήπως η Αιμιλία είχε παραενθουσιαστεί; Μήπως εκείνος ήθελε την Αιμιλία για σεξ και μόνο; Μήπως η Αιμιλία έψαχνε ένα υποκατάστατο; Πολλές υποθέσεις και μια ελπίδα η μικρή να προσέχει. Έτσι κι αλλιώς ήταν ακόμα μικρή και θα μάθαινε. Όλοι μαθαίνουμε με κάποιον τρόπο, υπέθεσε.
   Αλλά ένα ήταν σίγουρο: στον καφενέ κανείς δεν άλλαζε, όλοι έμεναν αδιόρθωτοι, δε μάθαιναν. Μα αλλάζει ο άνθρωπος; σκέφτηκε η Άννα. Μόνο αν υποστεί κανένα ισχυρό σοκ ή αν έχει την πρόθεση."

   Θα 'χετε δίκιο αν πείτε ότι η ιστορία σας ήταν λίγο απαισιόδοξη ή γλυκανάλατη ή ένα θέμα διχασμένης προσωπικότητα. Μα είμαι του κινήματος του διχασμένου ρεαλισμού, τι να με κάνω;
   

6 σχόλια:

  1. Χμ...σαν κάτι μου θυμίζει η Άννα. Αλλά, όπως λένε και στα σίριαλ, οποιαδήποτε ομοιότης με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η τέχνη εμπνέεται από τη ζωή, μάι ντίαρ.

      Διαγραφή
  2. Να εισαι σε "καφενε" (aka καφενειο) και να παραγγελνεις καπουτσινο, και να μη σε κοιτανε περιεργα ειναι πραγμα δυσκολο.

    Τα εχετε ισοπεδωσει ολα εσεις η νεολαι(ρ)α... :P

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δεν περιμενα να διαβασω κατι τετοιο απο σενα, αλλα οφειλω να ομολογησω πως μου αρεσε παρα πολυ! Πραγματικα παρα πολυ! Τα συγχαρητηρια μου!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ, ευχαριστώ κι ευχαριστώ! Κι ένα χειροκρότημα φυσικά που δεν κατέληξες στη μαύρη κατάθλιψη με όλα αυτά τα περί ανεργίας που βαλα! Μπράβο, μπράβο και μπράβο!

      Διαγραφή

Μπορείτε να πείτε ό,τι θέλετε. Αλήθεια. ΑΛΛΑ αν σχολιάζετε με τη μορφή του ανώνυμου, δίχως να μου πείτε ποιοι είστε, να είστε σίγουροι ότι δε θα μπω καν στον κόπο ούτε να διαβάσω το σχόλιο σας, ούτε να το δημοσιεύσω, ούτε να σας απαντήσω δεόντως.